ΣΚΟΠΟΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΑΥΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ.Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΣΑΝ ΒΑΣΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ,ΙΣΤΟΡΙΚΑ,ΜΟΥΣΙΚΑ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.ΝΑ ΘΥΜΗΘΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ.

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

ΧΡΟΝΙΑΡΕΣ ΜΕΡΕΣ

1.ΓΙΑ ΣΧΕΔΙΑΚΙ ΦΥΛΛΑ ΑΠΟ ΜΑΡΑΘΑ
...Ωστόσο τα σπίτια συμμαζεύανε τους ανθρώπους των γύρω από
το πασχαλινό τραπέζι και κάνανε την οικογενειακή μυσταγωγία: Ο παπ-
πούς, η γιαγιά, το αντρόγυνο, τα εγγονάκια, δισέγγονα πολλές φορές,
κι ύστερα οι άλλοι. Οι συμπέθεροι, οι κουνιάδοι, οι σύντεκνοι, οι φαμέ-
γιοι, οι φίλοι κι οι αδερφοχτοί, όλοι γύρω από το τραπέζι της γιορτής
και της χαράς. Έτρωγαν το φαγητό με την αρχοντιά των Κρητικών εθί-
μων κι έπιναν το κρασί μ' ευχές κι εγκάρδιες συγκινήσεις: "Χρόνια πολ-
λά, πατέρα!". "Να χαρείτε το στεφάνι σας παιδιά μου!". "Με το καλό να
'ρθουνε κι οι ξενιτεμένοι μας!", "Ο θεός να συγχωρέσει των αποθαμέ-
νων μας!!!".
Συχνά μαζί με το κρασί πίνανε και τα δάκρυα που κυλούσαν κρυφά
από τα μάτια των, για εκείνους που λείπαν στον κάτω κόσμο και στην
ξενιτιά...
Ειρηναίος Γαλανάκης: "Χρονιάρες Μέρες"
(Από το βιβλίο "Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη".

ΚΑΛΗ Μ. ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΝΑ ΦΤΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ......

ΚΙΣΣΑΜΙΤΙΚΑ ΚΑΛΙΤΣΟΥΝΙΑ (ΛΑΜΠΡΟΚΑΛΙΤΣΟΥΝΑ)



Τα καλιτσούνια αυτά (ΛΑΜΠΡΟΚΑΛΙΤΣΟΥΝΑ)φτιάχνονται για το Μ. Σάββατο και την Κυριακή του Πάσχα. Είναι ένα από τα έθιμα της Κρήτης και συγκεκριμένα των Χανίων.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΟΣΗ (περίπου 50 καλιτσούνια)
1 κιλό μυζήθρα
400 γραμμ. μαλάκα
1 ματσάκι μεγάλο δυόσμο ψιλοκομμένο
ΓΙΑ ΤΟ ΦΥΛΛΟ
5 φλυτζάνια νερό
ελάχιστο ελαιόλαδο
2 πρέζες αλάτι
1/2 σφηνάκι τσικουδιά ή ξύδι
1 1/2 πακέτο αλεύρι γ.ο.χ.
η ζύμη δεν πρέπει να είναι σφικτή

2 Αυγά ολόκληρα για το άλειμμα
σουσάμι

ΤΟ ΜΕΛΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ,

ΤΩ ΒΑΓΙΩ ΒΑΓΙΩ ΒΑΓΙΩ ΤΡΩΝΕ ΨΑΡΙ ΚΑΙ ΚΟΛΙΟ

ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΚΥΡΓΑΚΗ ΤΟΥ ΚΑΛΙΤΣΟΥΝΙΟΥ Τ ΑΦΤΙ.


ΚΑΛΗ ΛΑΜΠΡΗ.

Ο ΓΙΟΥΔΑΣ ( ΙΟΥΔΑΣ)




Η ΦΟΥΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ
Πριν την Ανάσταση (κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής) όλα τα παιδιά του χωριού μαζεύουν ξύλα και τα αφήνουν στο προαύλιο της εκκλησίας.
Επαίρνανε τα κοπέλια ένα ραβδί και γυρίζανε από πόρτα σε πόρτα για να μαζέψουν κουρέλια και τσούλια και να σιάξουν τον Ιούδα. Όταν τα μαζεύγαν έλεγαν:
Ελεήστε με τσούλια τον Ιούδα τον Ισκαριώτη που πρόδωσε το Χριστό μας.
Ό,τι των εδούδαν τα κρεμούσαν στο ραβδί κι ύστερα πηγαίναν και σιάχναν τον Ιούδα»
Την παραμονή της Ανάστασης σχηματίζουν ένα μεγάλο σωρό από τα ξύλα (την λεγόμενη φουνάρα) και στην κορυφή έχουν ένα σκιάχτρο που υποτίθεται ότι είναι ο Ιούδας και την ώρα που ο παπάς λέει το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ βάζουν φωτιά και καίνε τον Ιούδα. Η καμπάνα του χωριού χτυπά και πέφτουν πυροβολισμοί .

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ


1822.—Οι Έλληνες επαναστάτες επιτίθενται εναντίον των Τούρκων έξω του Ρεθύμνου και τρέπουν αυτούς σε φυγή. Κατά την μάχην, εφονεύθει ο οπλαρχηγός Ν. Χαντζηδάκης.

1936.—’Εν μέσω συγκινητικών εκδηλώσεων τού Κρητικού λαού, ό νεκρός τού ‘Ελευθερίου Βενιζέλου, ενταφιάζεται είς τό ιστορικόν Άκρωτήρι, αφού εξετέθη επί διήμερον είς προσκύνημα εντός τού ναού τής ‘Αγίας Μαγδαληνής, είς Χαλέπαν.

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

20- 5- 1941. Τα γεγονότα των Νοχιών.


Αναφέραμε σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι στα Νοχιά, που απέχουν από το χωριό μου μόλις 3 χιλιόμετρα, τις πρώτες ώρες της πρώτης μέρας της μάχης εμφανίστηκαν δύο αλεξιπτωτιστές, από τους οποίους οι Νοχιανοί εσκότωσαν τον ένα. Ας δούμε τι ακριβώς συνέβη εκείνη την ημέρα στα Νοχιά και τι επακολούθησε τις επόμενες, ύστερα από το σκοτωμό του αλεξιπτωτιστή.

Το πρωί της 20ης Μαΐου, κατά τη διάρκεια της ρίψης των αλεξιπτωτιστών στη θέση «Αχλαδόλακκος», ανατολικά των Νοχιών προσγειώνεται, μάλλον ανώμαλα, ένα ανεμοπλάνο, το οποίο μετέφερε περίπου 30 στρατιώτες. Οι Γερμανοί αυτοί, αφού τραυμάτισαν τον Αντώνη Χατζηδάκη και συνέλαβαν ως όμηρο τον Κωστή Αποστολάκη, εβάδισαν διαμέσου της περιοχής της Σπηλιάς προς το Μάλεμε. Κατά την πορεία, ο Αποστολάκης δραπέτευσε και γύρισε στα Νοχιά.

Τις ίδιες ώρες που το ανεμοπλάνο προσγειωνόταν στον Αχλαδόλακκο, δύο αλεξιπτωτιστές, προφανώς από λάθος ρίψη, έπεφταν στην περιοχή της Καληδονίας. Οι κάτοικοι τους αναζήτησαν, αλλά αυτοί πήραν ένα γάιδαρο, τον καβάλησαν και τράβηξαν για τα Νοχιά, όπου κατέλυσαν σε ένα καφενείο. Εκεί κουβέντιασαν με τους κατοίκους και κυρίως με τον πρόεδρο της Κοινότητας, τον Κοτσιφάκη, και μετά καβάλησαν και πάλι το γάιδαρο και τελείως ανύποπτοι προχώρησαν προς το δημόσιο δρόμο. Στην έξοδο του χωριού τους περίμεναν ο αγροφύλακας Κουτουλάκης Μανώλης και άλλοι, τους πυροβόλησαν και σκότω- σαν τον ένα. Ο άλλος ξέφυγε, ανέβηκε σε μια ελιά, όπως είπε ο ίδιος αργότερα, και από κει παρακολούθησε τα επακολουθήσαντα και εντύπωσε επίσης τον Κουτουλάκη με τη στολή του αγροφύλακα, τον οποίο θεώρησε αυτουργό του θανάτου του συντρόφου του.

Την επομένη όμως κατέφθασε και στάθμευσε στο σημείο όπου είχαν σκοτώσει τον αλεξιπτωτιστή ένα αγγλικό αυτοκίνητο κατάφορτο Γερμανούς στρατιώτες. Δεν είχανε προλάβει να κατεβούν όλοι από το αυτοκίνητο, και μια βόμβα από γερμανικό πάλι αεροπλάνο έπεσε ακριβώς επάνω του, η οποία διέλυσε τα πάντα. Όσοι σώθηκαν, πετάχτηκαν στην πάνω μεριά του δρόμου, όπου ήταν το σπίτι του Κουτουλάκη και η σπηλιά του Αγίου Κωνσταντίνου, στην οποία είχαν καταφύγει πολλά γυναικόπαιδα. Τον Κουτουλάκη τον έβγαλαν από το σπίτι του και τον τουφέκισαν μπροστά στη γυναίκα του και τα 6 ανήλικα παιδιά του. Υποστηρίζεται από πολλούς ότι ο διασωθείς στρατιώτης από τη συμπλοκή της προηγούμενης, που ήταν μαζί με τους Γερμανούς του αυτοκινήτου και ο οποίος είχε αντιληφθεί ότι ο ένστολος αγροφύλακας είχε σκοτώσει το σύντροφό του, αυτός υπέδειξε τον Κουτουλάκη και τον σκότωσαν επί τόπου.

Και φαίνεται ότι αυτοί οι Γερμανοί που παραμέρισαν από τον αμαξωτό δρόμο και τράβηξαν προς τα Νοχιά, είχαν σκοπό να βρουν τον σκοτωμένο αλεξιπτωτιστή αλλά και να εκδικηθούν το θάνατό του. Δεν περιορίστηκαν όμως μόνο στην εκτέλεση του Κουτουλάκη. Πέταξαν και μια χειροβομβίδα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, που ήσαν τα γυναικόπαιδα, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν πολλά απ’ αυτά. Το γεγονός ότι κανείς δεν σκοτώθηκε, οι Νοχιανοί το απέδωσαν σε θαύμα του Αγίου Κωνσταντίνου, ο οποίος μάλιστα εόρταζε εκείνη την ημέρα.

Τους τραυματισμένους τους συγκέντρωσαν στο σπίτι του Παντελή Γρηγοράκη και τις μετέπειτα μέρες ένας Γερμανός περιποιόνταν τα τραύματά τους.

Αλλά οι Γερμανοί απαιτούσαν να τους παρουσιάσουν το συνάδελφό τους ζωντανό ή πεθαμένο. Ο Πρόεδρος και ο παπάς τους υπέδειξαν τον τάφο που τον είχαν θάψει στο νεκροταφείο της Παναγίας, στον οποίο εκείνοι έστησαν ένα σταυρό που, εκτός από το όνομα του σκοτωμένου, έγραφε πως ήταν 30 χρονών και γιατρός. Το χωριό απέφυγε τα αντίποινα, γιατί οι κάτοικοι με τη βοήθεια της Θηρεσίας Κοτσιφάκη, που μιλούσε γαλλικά, φαίνεται έπεισαν τους Γερμανούς ότι ο Κουτουλάκης ήταν ξενοχωρίτης, και ότι οι υπόλοιποι που πυροβόλησαν δεν είχαν σχέση με τα Νοχιά.

Τελικά όμως δε γλίτωσε τη ζωή του ο χωριανός τους Παπουτσάκης, που, όπως και ο Κνιθάκης από το Μελισσουργιό, δεν εκτίμησε σωστά το «αλτ» που του φώναξαν οι στρατιώτες και οι οποίοι κατόπιν τούτου θεώρησαν δικαίωμά τους να τον ξαποστείλουν κι αυτόν στον άλλο κόσμο. Άλλωστε, τι αξία είχε γι’ αυτούς η ζωή ενός ακόμα Κρητικού.

(Από το βιβλίο «Η ΚΙΣΑΜΟΣ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ» του Δημήτρη Νικ. Καρτάκη)

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ



Ο λόγος του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα
8 Οκτωβρίου 1838

Ο λόγος που έβγαλε ο Κολοκοτρώνης ανεβασμένος στα βράχια της Πνύκας, όπως στα παλιά τα χρόνια τόσοι τρανοί ρήτορες στους Αθηναίους, στέκεται η πνευματική διαθήκη του ήρωα στο Έθνος. Ο λόγος του αγράμματου, μα σοφού στρατηγού προς τα νιάτα της Αθήνας του 1838.

Εφημερίς "Ο Αιών", 13 Νοεμβρίου 1838

Παιδιά μου! Εις τον τόπον τούτον, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιόν καιρόν άντρες σοφοί και άντρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ, και ούτε να φθάσω τα ίχνη των....
Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, στη μεγάλη δόξα των προπατόρων μας κι έρχομαι να σας είπω όσα στον καιρό του αγώνα μας και πριν απ' αυτόν κι ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος παρατήρησα κι απ' αυτά να κάμωμεν συμπερασμούς και για την μέλλουσαν ευτυχία σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.
Και διά τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι σας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήτον σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθηκαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των... Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τις πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθεν εις τον κόσμον ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα... Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους και έτσι έλαβαν καιρόν πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι, και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν και οι Μουσουλμάνοι, και έκαμαν ότι μπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστη του... Έκοψαν γλώσσες σε πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν... Τον ένα έκοβαν, ο άλλος τον σταυρό του έκανε.
Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διώρισε έναν βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν Πατριάρχη και του έδωσε την εξουσία της Εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός Κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο Σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι Κοτζαμπάσηδες εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι, και οι προκομμένοι, το καλλίτερο μέρος των πολιτών, μη υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν κι οι γραμματισμένοι επήραν τα βιβλία και φύγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, κι έτσι έμεινε ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε καθ' ημέρα χειρότερα... διότι αν βρισκόταν μεταξύ του λαού κανείς με λίγη άνθηση τον λάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορον της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μη υποφέροντες την τυραννίαν των Τούρκων και βλέποντες τις δόξες και τις ηδονές οπού απελάμβανον αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε μέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχυνε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία. Και σαν τους πρέπει να χρεωστούμεν ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανεν τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και οι άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμεν και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε... Όθεν μας ήρθε στο νου να τους μιμηθούμε και να γίνομε ευτυχέστεροι και έτσι έγινε και επροόδευσεν η εταιρεία.
Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχομεν άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε, "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα βατσέλα", αλλά, ως μία βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της Ελευθερίας μας... και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμεν σ' αυτό το σκοπό και κάναμεν την επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοιαν και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι... Ο ένας πήγαινε στον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα στο στρατόπεδο και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμεν και εις την Κωνσταντινούπολη...
Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουαν Έλληνα και φεύγαν χίλια μίλια μακριά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός κι ένα καράβι μια αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξε. Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους μα τι να κάνουμε; Είχαμε κι αυτουνών την ανάγκη.
Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Κι όταν έλεγες του Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους, ή να πάει στον πόλεμο, τούτος πρόβαλλε το Γιάννη. Και με αυτό τον τρόπο κανείς δεν ήθελε να συντράμει, μήτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε έναν αρχηγό και μίαν κεφαλή. Αλλά μας έμπαινε Πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έρριχνε, και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο κι ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά τη γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν κτίζεται, ούτε τελειώνει. Ο ένας λέει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει στο ανατολικό μέρος, ο άλλος στο αντικρυνό κι ο άλλος στο βοριά, σαν να ήταν το σπίτι στον αραμπά και να γυρίζει καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτον τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι αρχιτέκτονας, οπού να προστάζει πώς θα γίνει. Παρομοίως κι εμείς χρειαζόμαστε έναν αρχηγό κι έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει κι οι άλλοι να υπακούνε και ν' ακολουθάνε. Αλλά επειδή είμαστε σε τέτοια κατάσταση, εξαιτίας της διχόνοιάς μας, έπεσε η Τουρκιά πάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο Βασιλεύς, τα πράματα ησυχάζουν και το εμπόριο κι η γεωργία κι οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα η παιδεία. Αυτή η μάθηση θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά για να αυξήσουμε, χρειάζεται κι η στερέωση της πολιτείας μας, που γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του θρόνου. Ο Βασιλεύς είναι νέος, και συμμορφώνεται με τον τόπο μας. Δεν είναι προσωρινός αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική, και θα περάσει στα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν και σεις και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να τη στερεώσετε, διότι όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως κι ύστερα υπέρ Πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάνε μία θρησκεία. Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε στους καφενέδες και στα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον, δυο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι στο επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσερις-πέντε χρόνους τη νεότητά σας και να μείνετε αγράμματοι, να σκλαβωθείτε εις τα γεράματά σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων και κατά την παροιμία "μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε".
Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μη γενεί σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας, μα να κοιτάζει το καλό της κοινότητας, γιατί μέσα στο καλό αυτό βρίσκεται και το δικό σας.
Εγώ παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξαιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και διά τούτο σας ζητώ συγχώρεση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθήτε από τα περασμένα κι από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποία να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και οι μέρες της γενιάς που σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν σε λίγο περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέρα των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ημέρα.
Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο όπου ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της Πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία. Τελειώνω τον λόγον μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!