ΣΚΟΠΟΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΑΥΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ.Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΣΑΝ ΒΑΣΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ,ΙΣΤΟΡΙΚΑ,ΜΟΥΣΙΚΑ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.ΝΑ ΘΥΜΗΘΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΝΑΟΙ

1.ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (ΡΟΔΩΠΟΥ)


ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΝΑΟΙ

Ι) Επαρχία Κισάμου.

Αγ. Βαρβάρα: Πρώτη μνεία του οικισμού αυτού έχουμε το 1299. Το χωριό ήταν πατριαρχικό και το ενοικίαζε η οικογένεια Καλλέργη πριν το 1299 ενώ σε άλλη νοταριακή πράξη του 1332 φαίνεται ότι υπήρχε και μονή της Αγ. Βαρβάρας.[1] Είναι σωστή λοιπόν η υπόθεση ότι ο οικισμός, αφού συναντάται σε έγγραφο του 13ου αιώνα θα υπήρχε και πριν την Ενετοκρατία. Η θέση σημειώνεται στο δυτικό άκρο της επαρχίας, κοντά στο σημερινό οικισμό Σφηνάρι.

Αζωγυράς; Οικισμός στην περιοχή των Μεσογείων. Για πρώτη φορά συναντάται στα έγγραφα του Κατάστιχου των Φεούδων της τούρμας Κισάμου στις αρχές του 14ου αιώνα[2]. Η χρονολόγηση αυτή παρέχει καλές προϋποθέσεις για την αναγωγή του οικισμού στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Αϊ Κυργιάννης: Οικισμός στην κοινότητα Τοπολίων. Έχει συνδεθεί με τον Αγ. Ιωάννη Ξένο ή Άγιο Κυρ Γιάννη, η κάρρα του οποίου βρίσκεται στον διπλανό οικισμό των Τσουρουνιανών. Στον οικισμό υπάρχει ο ναός του Αγ. Παντελεήμονα με λίγες τοιχογραφίες. Χρονολογείται από τις παραστάσεις στον 13ο αιώνα .[3] Αν είναι όντως έτσι τότε πρόκειται βεβαίως και για οικισμό της δεύτερης βυζαντινής περιόδου.

Αρμενοχωριό: Οικισμός στην σημερινή κοινότητα Σφακοπηγαδίου. Αναφέρεται στο Κατάστιχο των Φεούδων της Κισάμου τον 14ο αιώνα[4]. Ίσως να πρόκειται γι αυτόν τον οικισμό που αναφέρεται και σε έγγραφο του νοταρίου P. Scardon του Χάνδακα το 1271.[5] Δεν είναι όμως βέβαιο ότι εννοείται το συγκεκριμένο χωριό ή άλλο με ίδιο όνομα. Με βάση την ετυμολογική ανάλυση του ονόματος, θα μπορούσε να λεχθεί ότι κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για εγκατάσταση Αρμενίων στρατιωτών του Νικηφόρου Φωκά μετά το 961.[6] Παρόμοια τοπωνύμια είναι διάσπαρτα σ’ όλη την Κρήτη και παρέχουν μια σχετικά ασφαλή τοποθέτηση των οικισμών αυτών τουλάχιστον στην αρχή της δεύτερης βυζαντινής περιόδου της Κρήτης.

Άστρικας: Μια μικρή επιτύμβια επιγραφή και πιθανώς τάφος του 5ου – 6ου αιώνα[7] ίσως να δηλώνει ότι η θέση αυτή κατοικείτο τουλάχιστον στην πρώτη βυζαντινή περίοδο.[8] Ο ίδιος οικισμός εξάλλου συναντάται και στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[9]. Με σχετική βεβαιότητα λοιπόν μπορεί να ειπωθεί ότι πρόκειται για θέση με συνεχή κατοίκηση.

Βουκολιές: Χωριό στην ανατολική πλευρά της επαρχίας. Πρώτη φορά αναφέρεται σε νοταριακό έγγραφο του 1256[10], ενώ απαντάται επίσης και στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου[11]. Σώζονται δύο τοιχογραφημένες εκκλησίες, του Αγ. Κωνσταντίνου, που χρονολογείται στο 1452-62[12] και του Αγ. Αθανασίου με κατεστραμμένες παραστάσεις.[13] Ετυμολογικά πάντως το όνομα είναι αρχαϊκό ελληνικό και σημαίνει αγέλη βοδιών. Στην Κρήτη άλλωστε είναι γνωστό ότι υπήρχε ανεπτυγμένη κτηνοτροφία.[14] Είναι λογικό λοιπόν να υποστηριχθεί ότι η θέση αυτή θα υπήρχε και απ’ τη βυζαντινή εποχή.

Βουλγάρω: Χωριό που όπως δηλώνεται και απ’ την ονομασία του, πιθανόν να κατοικήθηκε από Βούλγαρους στρατιώτες που έφερε μαζί του ο Νικηφόρος Φωκάς το 961.[15] Πάντως το χωριό συναντάται και στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου στις αρχές του 14ου αιώνα[16]. Στην ίδια κοινότητα επίσης και κοντά στο εν λόγω χωριό βρίσκεται ο οικισμός Λατζιανά όπου υπήρχε και το μοναστικό κέντρο της Αγ. Βαρβάρας του οποίου ο μισοκατεστραμένος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός σώζει ελάχιστα λείψανα ωραίας ζωγραφικής που δείχνει σοβαρές επιδράσεις από το κέντρο. Αν και υποστηρίζεται ότι είναι κτίσμα του 14ου αιώνα,[17] υπάρχει και η άποψη ότι ίσως πρόκειται για έργο των μέσων του 11ου αιώνα.[18] Υπό αυτές τις συνθήκες η ύπαρξη του χωριού αυτού από τη βυζαντινή περίοδο φαίνεται σχεδόν βέβαιη.

Βρύσες: Πρόκειται για οικισμό στην περιοχή των Μεσογείων, δυτικά της επαρχίας.[19] Παρά το ότι η παλαιότερη μνεία του εν λόγω οικισμού απαντάται στις τρεις ενετικές απογραφές του 16ου αιώνα[20], η ευρύτερη περιοχή των Μεσογείων συναντάται από παλαιότερα, απ’ το 1299[21] στη συνθήκη των Βενετών με τον Καλλέργη.

Γαβαλομούρι: Οικισμός στην κοινότητα Βουκολιών. Παρόλο που αναφέρεται για πρώτη φορά στην απογραφή του Barozzi το 1577, του Καστροφύλακα το 1583[22] και του Basilicata το 1630[23], ίσως το συνθετικό του ονόματος οδηγεί στην βυζαντινή εποχή. Μπορεί να συνδέεται με την οικογένεια των Γαβαλάδων που προέρχονται από τα 12 Αρχοντόπουλα[24] και ίσως παραπέμπει στον 12ο – 13ο αιώνα. Όμως πρόκειται για υπόθεση χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα για βυζαντινή κατοίκηση.

Γλώσσα: Οικισμός στην κοινότητα Επισκοπής. Αν και συναντάται τον 14ο αιώνα στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου[25], υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για κατοίκηση του χώρου ήδη από την ύστερη αρχαιότητα. Στην θέση Σκορδυλιανά βρίσκονται διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και ίχνη ψηφιδωτού δαπέδου, τα οποία υποδεικνύουν πιθανώς την ύπαρξη παλαιοχριστιανικής βασιλικής[26]. Πιθανότατα πρόκειται για χώρο με συνεχή ανθρώπινη παρουσία.

Δρακόνα: Δεν αναφέρεται σε βενετσιάνικες απογραφές. Υπάρχει αλλά μόνο στον Trivan του 1644[27] όμως ένας μικρός μονόχωρος ναός του Αγ. Στεφάνου, ίσως έργο του 14ου αιώνα με ορισμένες λεπτομέρειες που ίσως θυμίζουν βενετσιάνικο μανιερισμό[28]. Βέβαια η ύπαρξη ενός ναού και μάλιστα τόσο μικρού δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη οικισμού. Πάλι μόνο υποθέσεις είναι δυνατές.

Δραπανιάς πάνω και κάτω: Αναφέρεται για πρώτη φορά στις απογραφές των Barozzi 1577, και Καστροφύλακα 1583[29] καθώς και του Basilicata το 1630[30] ως έδρα Βενετών φεουδαρχών. Αποτελούσε επίσης έδρα των καθολικών επισκόπων στο ναό του Αγ. Νικολάου, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα[31]. Στην παραλία του χωριού βρέθηκαν λείψανα της ρωμαϊκής περιόδου[32]. Για την βυζαντινή περίοδο δεν υπάρχουν στοιχεία πέρα των υποθέσεων, αλλά στην τοποθεσία όπου βρίσκεται, στη μέση μιας εύφορης πεδιάδας, δεν αποκλείεται να υπήρχε κατοίκηση και κατά την περίοδο αυτή.

Έλος: Χωριό που αναφέρεται για πρώτη φορά τον 14ο αιώνα στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου[33]. Στο Έλος βρίσκεται και ο ακαταλογογράφητος ναός του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου έργο μάλλον του ζωγράφου Ιωακείμ κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα.[34] Έτσι είναι μάλλον πιθανή η ύπαρξη του οικισμού από την δεύτερη βυζαντινή περίοδο τουλάχιστον.

Επισκοπή: Στον οικισμό αυτό βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της περιοχής, ο ναός του Μιχαήλ Αρχαγγέλου με αρχιτεκτονική μοναδική στην Κρήτη (βλ. εικ. 1 – 2). Ο ναός χρονολογείται προγενέστερα της αραβικής κατάκτησης ενώ η πρόσφατη ανακάλυψη στρώματος ζωγραφικής της προεικονομαχικής περιόδου[35] τοποθετεί τον ναό πολύ παλαιότερα. Είναι πολύ δύσκολη χρονολόγηση λόγω του μη συναντώμενου στην Κρήτη σχεδίου. Πρόκειται για περίκεντρο ναό που περικλείεται μέσα σε τετράγωνο κτίσμα που θυμίζει τον τύπο των συριακών ναών του 5ου αιώνα. Ο ναός υψώθηκε σε ερείπια παλαιοχριστιανικού κτίσματος, προφανώς βασιλικής όπως μαρτυρείται από το σωζόμενο μωσαϊκό δάπεδο, ενώ αρχιτεκτονικά μέλη βρίσκονται διάσπαρτα[36]. Ο θόλος του ναού εσωτερικά έχει σχήμα που προσεγγίζει το ελλειψοειδές ενώ η εξωτερική του όψη έχει μια βαθμιδωτή διάταξη με ομόκεντρες στεφάνες.[37] Η χρονολόγηση του αρχικού κτίσματος είναι δύσκολη ενώ προτείνονται διάφορες χρονολογίες που ξεκινούν απ’ τον 6ο-7ο αιώνα[38] μέχρι τον 10ο.[39] Ο εν λόγω οικισμός και ο ναός υπήρξαν έδρα του επισκόπου Κισάμου, η ύπαρξη του οποίου μαρτυρείται από τον 4ο αιώνα, μετά την παρακμή των αρχαίων αστικών κέντρων. Μια πολύ χρήσιμη πληροφορία παραδίδει το 1415 ο Φλωρεντίνος περιηγητής Ch. Buondelmonti, ο οποίος αναφέρει ότι μετά την καταστροφή της Κισάμου και των άλλων πόλεων οι επίσκοποι αποσύρθηκαν σε εξοχικά κτήματα[40]. Έτσι η ύπαρξη του οικισμού ήδη από πολύ παλαιότερα είναι πλέον βέβαιη.[41]

Ζαχαριανά: Στην κοινότητα Λουσακιών. Πιθανή βυζαντινή εγκατάσταση της δεύτερης περιόδου λόγω του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου του 10-11ου αιώνα.[42]

Ζυμπραγού: Για πρώτη φορά αναφέρεται σε νοταριακό έγγραφο του 1256 με το όνομα Sibragus,[43] οπότε η ύπαρξη του οικισμού κατά την προγενέστερη περίοδο είναι σχεδόν βέβαιη.

Καβούσι (Ακτή): Οικισμός στην περιοχή Μεσογείων. Είναι γνωστό ως τόπος που πέθανε ο Αγ. Ιωάννης ο Ξένος, σύμφωνα με τον βίο και την διαθήκη του[44] Συνεπώς γίνεται λόγος για την τοποθεσία αυτή τουλάχιστον απ’ τα μέσα του 11ου αιώνα οπότε και έδρασε ο Αγ. Ιωάννης ο Ξένος. Βέβαια ο Άγιος απεβίωσε σε μια σπηλιά αλλά αναφέρει και τον εν λόγω οικισμό που βρίσκεται κoντά. Υπάρχει άλλωστε και ναός μέσα στη σπηλιά, όπου αποτελεί και ένα από τα κέντρα λατρείας του, με χάραγμα του 1332.[45]

Καλάθενες: Για πρώτη φορά συναντάται σε νοταριακό έγγραφο του 1256[46], ενώ αναφέρεται και στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[47]. Κατά τη ενετοκρατία υπήρξε έδρα Βενετών αρχόντων και σώζεται μια βίλα την εποχή (γνωστή ως Ροτόντα).[48] Στο χωριό αυτό υπάρχει και τοιχογραφημένη εκκλησία της Παναγίας και της Αγ. Τριάδας με πλούτο εικονογραφικών θεμάτων κατεστραμμένης σε σημαντικό βαθμό.[49] Δυστυχώς δεν έχει χρονολογηθεί ο ναός. Παρόλα αυτά, και μόνο η μνεία τους το 1256 αρκεί για να συμπεράνει κανείς ότι ο οικισμός υπήρχε από πολύ νωρίτερα.

Καλάμι: Οικισμός που αναφέρεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[50]. Το στοιχείο αυτό μπορεί να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Καμάρα: Οικισμός που επίσης αναφέρεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[51]. Το στοιχείο αυτό μπορεί να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Καναβάς: Οικισμός της κοινότητας Λουσακιών. Επίσης αναφέρεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[52]. Το στοιχείο αυτό μπορεί να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Καρές: Άλλος ένας οικισμός που καταγράφεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[53]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Καρεφυλιανά: Στη θέση Καστελλιανά του οικισμού, ο οποίος βρίσκεται βορείως του χωριού Πλάτανος και νοτιοδυτικά της Φαλάσαρνας, εντοπίστηκαν ίχνη ρωμαϊκής επαύλεως με ψηφιδωτά δάπεδα[54]. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να υπήρχε κατοίκηση και κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο.

Κεφάλι: Χωριό με δυο τοιχογραφημένες εκκλησίες του 14ου αι. πρόκειται για το ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (βλ. εικ. 5) με κτιτορική επιγραφή που αναφέρει «Ανεκινήθι» κ(αι) (α) νε(στορ)ίθι» το έτος 6828, δηλαδή το 1320.[55] Σώζεται επίσης και ο ναός του Αγ. Αθανασίου όπου διακρίνεται επιγραφή με χρονολογία 6902 δηλαδή 1393.[56] Υπάρχουν δηλαδή σοβαρές ενδείξεις ότι ίσως ο οικισμός να υπήρχε τον 13ο και ακόμα τον 12ο αιώνα .[57]

Κίσαμος – Καστέλι: Αρχαία πόλη[58], επίνειο της Πολυρρήνειας, που ήκμασε κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο υπήρξε έδρα επισκόπου. Η επισκοπή Κισάμου είναι από τις πρώτες που εμφανίζονται στην Κρήτη και η υπογραφή του επισκόπου της πρωτοσυναντάται το 342 στην Σύνοδο της Σαρδικής. Συνεχίζει να αναφέρεται σχεδόν αδιαλείπτως έως και το τακτικό του Βασιλείου Β’ το 980[59]. Μέχρι τον 7ο αιώνα φαίνεται ότι υπήρξε σημαντικό λιμάνι, ενώ ανασκαφές έφεραν στο φως και χριστιανικές επιγραφές του 5ου 6ου αιώνα[60], πάντως βρέθηκαν και ερείπια κτισμάτων του 4ου αιώνα καθώς και παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο[61]. Στην πόλη υπήρχε και εβραϊκή κοινότητα, γεγονός που συμπεραίνεται απ’ την ύπαρξη επιτύμβιας επιγραφής που έκανε λόγο για την αρχισυναγώγισσα Σοφία.[62] Ακόμα δεν έχει ανακαλυφθεί ίχνος βασιλικής αλλά είναι βέβαιο ότι θα υπάρχει, διότι έχουν εντοπιστεί ορισμένα αρχιτεκτονικά μέλη[63] Απ’ τον 7ο αιώνα φαίνεται η θέση να εγκαταλείφθηκε αφού τα νομισματικά ευρήματα σταματούσαν σε αυτή την εποχή. Το 1992 όμως ανακαλύφθηκε ένας αριθμός 52 χάλκινων νομισμάτων, πολλά από τα οποία ήταν βυζαντινά[64]. Στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο βρίσκουμε την έδρα της επισκοπής στο χωριό Επισκοπή.[65] Στην αρχή όμως του 13ου αιώνα, ο E. Pescatore έκτισε φρούριο στην περιοχή απ’ όπου πήρε και το σύγχρονο όνομα η εγκατάσταση.[66] Την εποχή εκείνη πρέπει να υπήρχε ήδη οικισμός εκεί.[67] Πάντως στις αρχές του 14ου αιώνα αναφέρεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου ως Castrum Chisami[68]. Το 1415 ο Chr. Buondelmonti στην περιήγηση της νήσου Κρήτης αναφέρει ότι ήταν ήδη πόλη και το κάστρο της είχε διοικητή. Αναφέρει επίσης ότι είδε πολλά απομεινάρια της αρχαιότητας και τάφους.[69]

Κολένι: Βρέθηκαν ίχνη ρωμαϊκών λουτρών[70]. Η αποκάλυψη αυτή, ίσως να σημαίνει και πιθανή εγκατάσταση και κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο.

Κουμούλι: Άλλος ένας οικισμός που καταγράφεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[71]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Κούνενι (σημ. Βάθη): Το χωριό πιστεύεται ότι βρίσκεται πάνω στην αρχαία πόλη Ιναχώριον[72]. Η πεποίθηση ότι ίσως να υπήρχε απ’ τη βυζαντινή περίοδο έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχουν δυο τοιχογραφημένες εκκλησίες η μια με κτιτορική επιγραφή. Είναι ο Αγ. Γεώργιος που Χρονολογείται το 1284 σύμφωνα με την επιγραφή[73], και ο Μιχαήλ Αρχάγγελος (βλ.εικ.3 – 4) που τοποθετείται στα τέλη του 14ου αιώνα.[74] Στον ίδιο ναό άλλωστε υπάρχουν εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη παλαιοχριστιανικής περιόδου, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις από πού προέρχονται τα μέλη αυτά.[75] Εξαιτίας της ύπαρξης ναού χρονολογημένου ήδη από τον 13ο αιώνα, οι πιθανότητες το χωριό να υπήρχε ήδη απ’ την δεύτερη βυζαντινή περίοδο είναι σημαντικές.[76]

Λίμνη: Άλλος ένας οικισμός που καταγράφεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[77]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Λουσακιές: Το χωριό αυτό, αναφέρεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου[78]. Υπάρχουν και δυο μικροί ναοί, η Αγ. Παρασκευή μέσα σε σπηλιά με ίχνη τοιχογραφιών[79], και ο Αγ. Πολύκαρπος επίσης με ίχνη τοιχογραφιών[80]. Και οι δυο ναοί είναι αχρονολόγητοι. Στην ίδια περιοχή όμως, και όχι μακριά βρίσκεται ο οικισμός Ζαχαριανά[81] με το ναό της Κοίμησης του 10ου-11ου αι.

Μαλάθυρος: Συναντάται για πρώτη φορά σε έγγραφο του νοταρίου του Χάνδακα B. de Brixano, όπου αναφέρεται ως Malachire[82], το 1301. Στο χωριό υπάρχουν και δυο τοιχογραφημένες εκκλησίες της Αγ. Ειρήνης και του Μιχαήλ Αρχαγγέλου με ίχνη ζωγραφικού διακόσμου.[83] Και μόνο η αναφορά στην χρονολογία 1301 μπορεί να βοηθήσει στο συμπέρασμα ότι το χωριό υπήρχε και κατά τη β’ βυζαντινή περίοδο. Ενδιαφέρον είναι ότι κοντά στον οικισμό έχουν εντοπιστεί και λείψανα βυζαντινής οχύρωσης[84].

Μάκρωνας: Οικισμός και κοινότητα Βουλγάρω. Ίσως αναφέρεται στον νοτάριο του Χάνδακα με το όνομα Macrena σε έγγραφο του 1304[85], αλλά χωρίς να είναι βέβαιο. Βρίσκεται όμως κοντά στο χωριό Βουλγάρω που ιδρύθηκε κατά μεγάλη πιθανότητα στη δεύτερη βυζαντινή περίοδο. Πάντως αναφέρεται στην επιγραφή του Barozzi (1577) και Καστροφύλακα (1583)[86].

Μαραθοκεφάλα: Στη θέση αυτή ο P. Faure έχει ταυτίσει ευρήματα της βυζαντινής περιόδου[87]. Πάντως η πρώτη αναφορά που συναντάται ο οικισμός είναι στις τρεις ενετικές απογραφές του Barozzi (1577), του Καστροφύλακα (1583) και του Basilicata (1630)[88].

Μελισσουργειό: Άλλος ένας οικισμός που καταγράφεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[89]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Μεσόγεια: Χωριό και περιοχή στην δυτική πλευρά της επαρχίας. Πέρα από ορισμένα ίχνη της ύστερης αρχαιότητας[90], συναντάται και το 1299 στην συνθήκη των Βενετών με τον Καλλέργη[91] καθώς και στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[92]. Η θέση αυτή λοιπόν με, σχεδόν βεβαιότητα, ανάγεται στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο, ενώ υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να υπήρχε και την πρώτη.

Μουρί: Ο οικισμός αυτός, στην κοινότητα Βουλγάρων, αναφέρεται στις βενετικές απογραφές των Barozzi (1577), Καστροφύλακα (1583) και του Basilicata (1630)[93], ενώ δεν απέχει πολύ και από τον οικισμό Λατζιανά όπου υπάρχουν ενδείξεις βυζαντινής εγκατάστασης. Στον οικισμό αυτόν βρίσκεται και ο μικρός ναός του Αγ. Νικολάου χρονολογημένος τον 12ο-13ο αιώνα[94]. Είναι ένα σταυρεπίστεγο ναΰδριο με σωζόμενες ορισμένες τοιχογραφίες[95]. Υπάρχουν λοιπόν βάσιμες υποψίες ότι ο οικισμός υπήρχε και κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο τουλάχιστον.

Νιο Χωριό: Οικισμός στην περιοχή Μεσογείων. Καταγράφεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[96]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Νωπήγια: Παραθαλάσσιος οικισμός στην κοινότητα Δραπανιά. Πρώτη μνεία γίνεται το 1314[97]. Στην θέση αυτή βρίσκονταν αρχαία Μήθυμνα, λόγω της ρωμαϊκής κεραμικής και των λειψάνων παλαιότερων οικοδομημάτων που βρίσκονται εκεί[98]. Στον οικισμό, ο οποίος καταγράφεται τον 14ο αιώνα στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου[99], βρίσκονται δύο ναοί, Αγ. Γεώργιος και ο Αγ. Παντελεήμων. Ο Αγ. Γεώργιος φαίνεται να έχει οικοδομηθεί πάνω σε αρχαιότερα κτίσματα.[100] Ο Αγ. Παντελεήμων είναι σταυροειδής ναός με τρούλο που χρονολογείται στον 14ο-15ο αιώνα.[101] Μνεία του οικισμού γίνεται και από τον Buondelmonti το 1415 στην περιγραφή της Κρήτης.[102]

Νοχιά: Χωριό που αναφέρεται στις απογραφές των Βενετών 1577, 1583, 1630[103]. Για παλαιότερη όμως κατοίκηση δεν έχουμε ένδειξη πέρα από τα ίχνη υστερορωμαϊκής κεραμικής[104]. Όμως το εν λόγω χωριό βρίσκεται σε σχετικά μικρή απόσταση απ’ την Επισκοπή και έτσι δεν αποκλείεται να συνδέεται η ύπαρξη του ενός με το άλλο.

Παλιόκαστρο Άνω – Πολυρρήνια: Χωριό που βρίσκεται στη θέση της σημαντικής αρχαίας πόλης της Δυτικής Κρήτης Πολυρρήνειας που ήκμασε κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια[105]. Η θέση αυτή συνέχισε να υπάρχει και τα βυζαντινά χρόνια. Για την πρώτη βυζαντινή περίοδο είχαν βρεθεί πρωτοχριστιανικές ταφές με επιτύμβιες επιγραφές του 5ου-6ου αιώνα μ.Χ.[106] Για τη βυζαντινή περίοδο που μας αφορά, η πρώτη μνεία βρίσκεται σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα το 1256[107], ενώ και τον 14ο αιώνα αναφέρεται και στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου[108]. Το φρούριο της πόλης, στο μεγαλύτερο βαθμό που αυτό σώζεται, έχει βενετσιάνικες επεμβάσεις. Δεν αποκλείεται όμως να χρησιμοποιείτο και στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο λόγω της στρατηγικής θέσης της περιοχής.[109] Γι’ αυτό άλλωστε και από την εποχή εκείνη είναι ο οικισμός γνωστός ως Παλιόκαστρο.[110]

Πανέθημος (ή Πανεύφημος): Συναντάται για πρώτη φορά σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα το 1256[111] και τον 14ο αιώνα στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου[112]. Μια επιτύμβια επιγραφή όμως που βρίσκεται εντοιχισμένη στην οικία κάποιου Ορφανουδάκη χρονολογείται στον 5ο-6ο αιώνα[113]. Η επιγραφή ήταν διαστάσεων 0,09 Χ 0,26μ. και έλεγε: «Χ(ριστέ) μ(εθ’ ημών) γ(ενού). Ανήρ ενθάδε γέη κατά/κιτε Χριστιανός πο / λιτενσάμενοσ αγνώς Τούνομα Ειρηνέος. Χ(ριστέ) μνήσθητι αυτού νε (α)μην» (Gerola M.V. ecc. IV σ. 413) πράγμα όμως που δε δηλώνει και χρονολόγηση του οικισμού γιατί η επιγραφή μπορεί να μεταφέρθηκε από αλλού.[114] Πάντως οι αναφορές στα έγγραφα του 13ου και 14ου αιώνα, υποδεικνύουν ότι ο οικισμός πρέπει να αναχθεί στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Περιβόλια,: Στον οικισμό αυτό βρέθηκαν λείψανα ρωμαϊκής περιόδου καθώς και τάφος με νόμισμα του Κλαυδίου[115]. Η κατοίκηση του χώρου είναι πολύ πιθανή κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο, για την δεύτερη όμως δεν υπάρχουν στοιχεία. Πάντως ο οικισμός συναντάται και στις τρεις ενετικές απογραφές του Barozzi (1577), του Καστροφύλακα (1583) και του Basilicata (1630)[116]. Ίσως όμως είναι κάπως παρακινδυνευμένο να θεωρηθεί ότι πρόκειται για συνεχή κατοίκηση.

Πλάτανος: Χωριό της περιοχής των Μεσογείων. Συναντάται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[117]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Pisachi: Άγνωστος σήμερα οικισμός ο οποίος τοποθετείται στην περιοχή μεταξύ Ζυμπραγού και Πανεθήμου. Πρωτοσυναντάται το 1256 σε έγγραφο του δουκικού αρχείου του Χάνδακα[118].

Πολεμάρχι: Ο οικισμός αναφέρεται κατά την περίοδο της ενετοκρατίας στις απογραφές του 1577, 1583, 1630. Υπάρχει όμως η εικασία ότι ίσως να πρόκειται για εγκατάσταση αξιωματικών του βυζαντινού στρατού του Νικηφόρου Φωκά και σ’ αυτούς οφείλεται το όνομα του οικισμού.[119]

Προδρόμι: Οικισμός προς Πύργο Δελιανών. Καταγράφεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[120]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Πύργος: Στην περιοχή μεταξύ Ζυμπραγού και Πανεθήμου. Συναντάται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[121]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Ροδωπού: Χωριό επίσης στο ακρωτήρι της Σπάθας. Αναφέρεται στις τρεις ενετικές απογραφές.[122] Υπήρξε έδρα Βενετών αρχόντων επειδή υπάρχει και βενετσιάνικη έπαυλη. Ίσως όμως το χωριό να υπήρχε και πριν το 1415 επειδή ο Buondelmonti στην περιγραφή της Κρήτης[123], περιγράφει ότι στο ακρωτήριο Κάδιστον, δηλαδή στη σημερινή Σπάθα, υπήρχαν άνθρωποι που κατοικούσαν σε χωριά εκεί. Στο ίδιο χωριό επίσης έχουν εντοπιστεί και ευρήματα της ύστερης αρχαιότητας[124], πράγμα που υποδεικνύει μια πιθανή ύπαρξη κατοίκησης κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο.

Ρόκκα: Αναφέρεται για πρώτη φορά στις τρεις ενετικές απογραφές.[125] Εικάζεται ότι εκεί βρίσκονταν η αρχαία πόλη της Κεραίας[126]. Στο ύψωμα όμως «Τρουλλί» του ίδιου χώρου υπήρχε βυζαντινό φρούριο, του οποίου σώζονται ελάχιστα λείψανα. Πιστεύεται ότι κτίστηκε απ’ τον Νικηφόρο Φωκά. Ο Gerola είδε στα λείψανα του φρουρίου υπολείμματα οικοδομών. Επίσης παρατηρεί ότι εκεί υπήρχε και αρχαιότερη εγκατάσταση.[127] Πιθανολογείται επίσης ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε και βασιλική[128]

Ρούματα (Παλαιά): Αναφέρεται στις τρεις ενετικές απογραφές, ενώ στο χωριό αυτό υπάρχει και βενετσιάνικη βίλα, η Villa Renier.[129] Η ύπαρξη του χωριού όμως είναι πολύ παλαιότερη αφού αναφέρεται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου στις αρχές του 14ου αιώνα[130]. Εδώ βρίσκεται και ο μονόχωρος ναός της Παναγίας, τοιχογραφημένες ενώ σώζεται και επιγραφή με τη χρονολογία 6868 (=1359)[131]. Μάλλον πρόκειται για συνεχή παρουσία απ’ την δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Σηρικάρι: Ο οικισμός αναφέρεται σε τρεις ενετικές απογραφές . Ετυμολογικά όμως το όνομα οφείλεται στο βυζαντινό επώνυμο, Σηρικάριος που σημαίνει αυτόν που υφαίνει μεταξωτά υφάσματα.[132] Στο εν λόγω χωριό υπάρχει και ο στενόμακρος μικρός ναός των Αγ. Αποστόλων με σχεδόν κατεστραμμένες τοιχογραφίες. Σώζεται όμως η χρονολογία από κτιτορική επιγραφή 6936 (=1427).[133] Παρόλο που είναι αρκετά αργά, εν τούτοις σε συνδυασμό με την ετυμολογία του ονόματος, δεν αποκλείεται να πρόκειται για συνέχιση βυζαντινού οικισμού.

Σκουτελώνας: Συναντάται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[134]. Το στοιχείο αυτό μπορεί, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξει τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Σπηλιά: Ο οικισμός αυτός, και συγκεκριμένα ένα σπήλαιο, συνδέεται κατά μια εκδοχή με τον Αγ. Ιωάννη τον Ερημίτη που λέγεται ότι σκοτώθηκε εκεί από λάθος βοσκού που τον πέρασε για αγρίμι. Ο θάνατος του αγίου αυτού σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή συνδέεται και με το χωριό Γδερνέτο (=Γουβερνέτο Κυδωνίας) όπου και η ομώνυμη μονή[135]. Εκεί υπάρχει και ο ιστορημένος ναός της Κοίμησης με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα.[136] Η ύπαρξη λοιπόν του χωριού αυτού είναι μάλλον βέβαιη από την δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Σφακοπηγάδι: Πρώτη μνεία του χωριού ίσως γίνεται το 1304 σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα.[137] Ο ίδιος οικισμός όμως συναντάται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα[138]. Τα στοιχεία αυτά μπορούν, και σ’ αυτή την περίπτωση να κατατάξουν τον οικισμό στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Σφηνάρι: Βρίσκεται στη δυτική ακτή της επαρχίας. Κοντά στον οικισμό αυτό, υπήρχε και ο οικισμός της Αγ. Βαρβάρας μνεία του οποίου με βεβαιότητα συναντάται το 1299. Διόλου λοιπόν απίθανο να πρόκειται για βυζαντινό οικισμό. Πάντως το χωριό αναφέρεται και σε τρεις ενετικές απογραφές του 16ου – 17ου αιώνα.[139]

Ταυρωνίτης: Χωριό που για πρώτη φορά αναφέρεται το 1322[140] στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου. Αν όντως πρόκειται για αναφορά του 1322, τότε είναι πολύ πιθανό να συνεχίστηκε η ύπαρξη του οικισμού από την βυζαντινή περίοδο.

Τζιτζυφιά: Οικισμός της κοινότητας Κούνενι. Αναφέρεται μόνο στον Καστροφύλακα το 1583. Στον οικισμό υπάρχουν τοιχογραφημένες εκκλησίες της Παναγίας, της Αγ. Φωτεινής και της Αγ. Παρασκευής χωρίς να είναι βέβαιη η χρονολόγησή τους.[141] Η ύπαρξη του οικισμού στη βυζαντινή περίοδο πιθανολογείται, λόγω της γειτνίασής του με το Κούνενι.

Τοπόλια : Χωριό που αναφέρεται για πρώτη φορά σε νοταριακό έγγραφο του Χάνδακα το 1256 με το όνομα Βopolia.[142] Είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρόκειται για παλαιότερο οικισμό. Μάλλον πρόκειται για εγκατάσταση Σλάβων στρατιωτών του Νικηφόρο Φωκά. Το όνομα του οικισμού είναι σλαβικό και δηλώνει είδος λεύκας (τοπόλι). Παρόμοια τοπωνύμια υπάρχουν και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας, στην Ευρυτανία (Τοπολιανά), στην Αχαΐα (Τοπόλοβα) αλλά και στην Βουλγαρία όπου Τοπόλιτσα ονομάζεται παραπόταμος του Έβρου.[143] Το όνομα αυτό πάντως συναντάται και στις τρεις ενετικές απογραφές με το σημερινό του όνομα.[144] Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά πρόκειται για επίσης βυζαντινό οικισμό. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μόλις 3 χμ. παρακάτω βρίσκεται το χωριό Βουλγάρω όπου επίσης εικάζεται ότι πρόκειται για εγκατάσταση Βούλγαρων στρατιωτών του Φωκά. Στο ίδιο χωριό και στο σπήλαιο της Αγίας Σοφίας, έχουν ανακαλυφθεί νομίσματα και κεραμική της ρωμαϊκής περιόδου[145]. Ίσως τούτο να δηλώνει ότι η θέση κατοικούνταν και πριν την δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Τράχηλας: Οικισμός στην κοινότητα Γραμβούσας. Πιστεύεται ότι εκεί αποβιβάστηκε ο Ισαάκιος Κομνηνός ερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη με τα 12 Αρχοντόπουλα. Αυτό σώζεται σ’ ένα από τα πολλά έγγραφα που αφορούν τον εν λόγω θρύλο.[146] Πάντως ο οικισμός αναφέρεται και στις τρεις ενετικές απογραφές.[147]

Tριαλώνια: Στην περιοχή της Ρόκκας. Δεν υπάρχουν αναφορές από την βυζαντινή περίοδο. Στον οικισμό όμως έχουν βρεθεί λαξευτοί τάφοι και λείψανα οικιών του 2ου αιώνα[148]. Μια καταγραφή όμως στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου με το όνομα Caymena Alonia[149], ίσως να παραπέμπει στον ίδιο οικισμό. Κάτι τέτοιο όμως αναφέρεται με κάθε επιφύλαξη.

Τσουρουνιανά: Βρίσκεται στην κοινότητα Τοπολίων. Ο οικισμός συνδέεται με την λατρεία του Αγ. Κυρ Γιάννη, δηλ. του Αγ. Ιωάννη Ξένου όπου βρίσκεται και τμήμα της κάρρας του.[150] Στον οικισμό σώζεται η ιστορημένη εκκλησία του Αγ. Γεωργίου (βλ. εικ. 6 –7) που παρά τις φθαρμένες τοιχογραφίες τμήμα της κτιτορικής επιγραφής την χρονολογεί στο έτος 683….(=1330-39).[151] Ο οικισμός σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά θα πρέπει ήδη να υπήρχε κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο.

Φαλελιανά: Στον οικισμό βρέθηκε ρωμαϊκό κτίριο με έξι αποθηκευτικούς χώρους οι οποίοι είχαν τη μορφή μεγάλων πίθων βυθισμένων στο έδαφος[152]. Ίσως να έχουμε κατοίκηση στην πρώτη τουλάχιστον βυζαντινή περίοδο.

Εδώ θεωρείται χρήσιμο να αναφερθούν οι οικισμοί οι οποίοι καταγράφονται στο Κατάστιχο Φεούδων της τούρμας Κισάμου τον 14ο αιώνα και που σήμερα παραμένουν άγνωστοι: Abendite, Anemolea, Armenocambo, Camena Alonia, Covuni, Lidea, Lutra, Murmuti, Parthena, Petriza, Pliticho, Psathi, Scinochefali, Stimboli.[153]



[1] Τσιρπανλής, Βησσαρίων σ. 221 – 225

[2] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[3] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 185-6.

[4] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[5] Scardon 196, Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 604.

[6] Τωμαδάκης ΕΕΚΣ 2 (1939) σ. 7-19.

[7] Bandy Inscriptions αρ. 110

[8] Tsougarakis Crete σ. 346.

[9] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[10] Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 618.

[11] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[12] G. Gerola MV ect IV σ. 415.

[13] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 231.

[14] Σπανάκης σ. 199.

[15] Τωμαδάκης ΕΕΚΣ 2 (1939) σ. 1-38 & Άμαντος ΕΕΚΣ 2 (1939) σ. 224.

[16] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[17] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 219 & Borboudakis 197.

[18] Tsougarakis Crete σ. 345-46.

[19] Σπανάκης σ. 206.

[20] Faure, 1982 σ.95

[21] Μερτζιος σ. 285.

[22] Σπανάκης σ. 209

[23] ιδ. ΜΚΙ τV σ. 134-37.

[24] Μ. Μανούσακας, «Η παρά Trivan απογραφή της Κρήτης (1644)» Κρ. Χρ. 3 (1949) σ.35 – 59

[25] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[26] Sanders, σ. 128, Πλάτων, «Βασιλικαί» σ.422

[27] Σπανάκης σ. 255.

[28] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 199.

[29] Σπανάκης σ. 256.

[30] Ιδ. M.K.I. τV. σ. 134-7.

[31] σημ. 139

[32] Sanders, σ. 173

[33] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[34] Ανδριανάκης Πεπρ, Ε’ Διεθ. Κρητ. Συν. τ. Β’ σ. 45-46.

[35] Δήλωση του εφόρου της ΙΓ Εφορίας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων Κρήτης, κ. Μ. Ανδριανάκη.

[36] Sanders, σ. 128, Πλάτων, «Βασιλικαί» σ. 422, Βολανάκης 1987 σ.241

[37] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 203-8.

[38] Ανδριανάκης Χανιά 1982 σ. 46-49.

[39] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 203-8 & Borbondakis σ. 204.

[40] Buondelmonti, σ. 49

[41] Tsougarakis Crete σ. 344-5, Κονιδάρης, Κρ. Χρ. 7 (1953) πιν. Α – Β

[42]Borbudakis σ.196

[43] Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 616.

[44] Τωμαδάκης Κρ. Χρ. 2 (1948) σ. 61, 65, 67 και Ανδριανάκης, Πεπραγ. Ε’ Διεθν Κρητ. Συν. τ. 2 σ. 40.

[45] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 181.

[46] Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 605.

[47] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[48] Σπανάκης σ. 331-2.

[49] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 193-5.

[50] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[51] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[52] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[53] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[54] Sanders, σ. 172

[55] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 212 & Borboudakis σ. 199.

[56] Οπ. σ. 218.

[57] Σπανάκης σ. 195.

[58] Faure, “Villes”, σ. 196

[59] Κονιδάρης, Κρ. Χρ. 7 (1953) πιν. Α – Β

[60] Bandy, Inscriptions αρ. 205

[61] BCH 118 (1994) 839, BCH, 120 (1996), 1347

[62] 0. π. αρ. 102.

[63] Sanders, σ. 128

[64] ΑΔ, 47 (1992) Β2 Χρονικά σ.582

[65] βλ. παραπάνω σ…..

[66] Tsougarakis Crete σ. 343-4.

[67] Σπανάκης σ. 398.

[68] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[69] Buοndelmonti σ. 46.

[70] Sanders, σ. 174

[71] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[72] Faure, “Villes”, σ. 198

[73] Borboudakis σ. 200.

[74] ιδ. σ. 201.

[75] Tsougarakis Crete σ. 345.

[76] Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 619.

[77] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[78] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[79] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 219.

[80] Borbudakis σ. 195.

[81] βλ. παραπάνω σ…..

[82] Brixano 470, Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 611.

[83] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 222-227

[84] Faure, 1967 σ.64

[85] Τσουγκαράκης «παρατηρήσεις» σ. 611

[86] Faure 1982, σ.92

[87]Faure, BCH, (1958) 498, Sanders, σ. 174

[88] Faure 1982, σ.92

[89] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[90] Sanders, σ. 172

[91] Μέρτζιος, 285, Τσουγκαράκης, «Παρατηρήσεις» σ. 612

[92] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[93] Faure 1982, σ.92

[94] Borboudakis σ. 197.

[95] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 208-9.

[96] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[97] Faure 1967, σ.77, Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 613.

[98] Sanders, σ. 173

[99] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[100] Λασιθιωτάκης 1969 σ. 181 & Tsougarakis Crete σ. 345.

[101] Borboudakis σ. 197.

[102] Buondelmonti σ. 47.

[103] Faure 1982 σ.92

[104] Sanders, σ. 173

[105] Faure, “Villes”, σ.197

[106] Bandy Inscriptions αρ. 111.

[107] Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 613.

[108] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[109] Sanders, σ. 172, Tsougarakis Crete σ. 344.

[110] Σπανάκης σ. 600 & 647 κε

[111] Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 613.

[112] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[113] Bandy Inscrrtions αρ. 110.

[114] Σπανάκης σ.608

[115] Sanders, σ. 172

[116] Faure 1982 σ.94

[117] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[118] Τσουγκαράκης, «Παρατηρήσεις» σ. 614

[119] ο.π σ. 646

[120] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[121] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[122] Faure 1982 σ.94

[123] Buondelonti, σ.47 – 48

[124] Sanders, σ. 174

[125] Faure 1982 σ.94

[126] Faure, “Villes” σ.196

[127] Gerola MV, ecc vol. I σ.92

[128] Sanders, σ. 173, Βολανάκης 1987 σ. 242

[129] Σπανάκης σ.688

[130] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[131] Λασιθιωτάκης, 1969 σ.209 – 12

[132] Σπανάκης σ.704

[133] Λασιθιωτάκης, 1969 σ.192 - 93

[134] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[135] Ανδριανάκης, Πεπρ. Β΄ Διεθ. Κρητ. Συν, τ.Β΄ σ. 45 – 47

[136] Σπανάκης σ.734

[137] Τσουγκαράκης «Παρατηρήσεις» σ. 616.

[138] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[139] Faure 1982 σ. 93

[140] Faure 1967, σ.72 και Γάσπαρης 2001 σ. 187

[141] ο. π. σ.764

[142] Τσουγκαράκης, «Παρατηρήσεις» σ .604

[143] Τωμαδάκης, ΕΕΚΣ 2 (1939) σ.12

[144] Faure 1982 σ. 94

[145] Sanders σ. 173

[146] Gerland, σ.126

[147] Faure 1982 σ. 94

[148] Sanders σ. 173

[149] Γάσπαρης 2001 σ. 187

[150] Σχετικά με τον Αγ Ιωάννη Ξένο βλ. Τωμαδάκης, Κρ. Χρ. 2 (1948) σ.47 – 77 και Μ. Ανδριανάκης, Πεπρ. Ε΄΄ Διεθ. Κρητ. Συν, τ.Β σ. 44 - 47

[151] Λασιθιωτάκης, 1969 σ.186 - 87

[152] Sanders σ. 173

[153] Γάσπαρης 2001 σ. 187 – 88

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου