ΣΚΟΠΟΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΑΥΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ.Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΣΑΝ ΒΑΣΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ,ΙΣΤΟΡΙΚΑ,ΜΟΥΣΙΚΑ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.ΝΑ ΘΥΜΗΘΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΙΣΣΑΜΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΙΣΣΑΜΟΥ ΔΙΗΓΗΣΗ

Aναμνήσεις Γυναικόπαιδου

Κατά το 1896 είδα να βαδίζει εις την προκυμαίαν του Πειραιώς ένα Κρητικόπουλο τριών πιθαμών, το οποίον ήτο ενδυμένο με δύο πήχεις ύφασμα. Ανυπόδητον και ξεσκούφωτον, εφόρει μόνον υποκάμισον και βράκαν, της οποίας το κάτω άκρον εσείετο ως ουρά πετειναριού. Το Κρητικόπουλον παρετήρει με περιέργειαν μεγάλην τα πάντα, τα πλοία εξ ενός, τα μαγαζειά εξ άλλου, τα σπίτια, τα οχήματα και τους ανθρώπους. Και εφαίνετο έκθαμβον από το πλήθος εκείνο των πρωτοφανών πραγμάτων και προσώπων.
Επλησίασα και το ήγγισα εις την κεφαλήν.
               - Πώς σε λένε; του είπα.
 Το παιδίον έστρεψε προς εμέ ανήσυχον τα μάτια του, δύο μαύρα μάτια γεμάτα φως.
               - Μανώλη, μου απήντησε.
               - Κι από ποιό μέρος της Κρήτης είσαι;
               - Από τον Ταράτσο.
Μου ήλθε μια ιδέα. Το είλκυσα εις το απέναντι μανάβικο και του είπα:
           - Θέλεις να σου δώσω ένα πράμμα;
Ο μικρός ούτε ναι είπεν, ούτε όχι, αλλ’επερίμενε να ίδη το πράγμα που θα του έδιδα.
            - Δόσε μου ένα κανατάκι, είπα προς τον μανάβην. Και αφού επλήρωσα έδωκα το κανάτι του μικρού Κρητικού.
            - Χαρίζεις μού το; μου είπε.
            - Χαρίζω σού το.
Η χαρά έλαμψεν εις το πρόσωπον του μικρού, ο οποίος έφυγε με το κανάτι και απομακρυνόμενος το παρετήρει και το εκαμάρωνεν ως πολύτιμον απόκτημα.
Εγώ εσταμάτησα προ του μανάβικου και παρετήρουν το παιδίον. Ο δε μανάβης αφού με παρετήρησε με απορίαν δια την δωρεάν μου, ήλθε πλησίον και είπε:
-          Είναι γυναικόπαιδο, το κακόμοιρο!
      Και έπειτα επρόσθεσε:
-          Τί τραβούν κι αυτοί οι Κρητικοί!
      Ήρχισε δε να μ’ ερωτά αν υπήρχεν ελπίς αυτήν την φοράν να τελειώσει το Κρητικό ζήτημα, για να τελειώσουν και τα βάσανα αυτών των ανθρώπων. Αλλά δεν του απήντησα.
      Η προσοχή μου όλη ήτο συγκεντρωμένη εις το παιδίον εκείνο, το οποίον εζωντάνευε μίαν μακρινήν μου ανάμνησιν. Και επανέβλεπα τον εαυτόν μου όπως ήτο, όταν προ τριάντα ετών ως γυναικόπαιδον και εγώ ευρέθηκα εις τον Πειραιά και επλανήθην έκθαμβος εις την προκυμαίαν εκείνην μ’ ένα κανάτι αιγινήτικον εις το χέρι.
      Θα ήμουν και εγώ τότε πέντε ετών. Αλλ’ ενθυμούμαι τας πρώτας ανησυχίας και τους φόβους της επαναστάσεως του 66. Ο πατέρας μου απουσίαζεν επί πολλάς ημέρας, εγύριζε δε κρυφά εις το Καστέλλι και εκοιμάτο σε ξένο σπίτι. Μόλις τον εβλέπαμε. Ήτο από τους συνωμότας και εφοβείτο μη συλληφθή.
       Έπειτα μίαν νύκτα μας επήρεν από το Καστέλλι και μας μετέφερεν όλην την οικογένειαν εις την δυτικήν παραλίαν, όπου με άλλα γυναικόπαιδα επεριμέναμεν πλοίον να έλθει να μας πάρει. Ο πατέρας μου πάλιν απουσίαζεν͘  ήτο εις την Συνέλευσιν και μόνον από καιρού εις καιρόν ήρχετο και μας έβλεπε.
       Δεν γνωρίζω πόσον καιρόν εκάμαμεν εις τα μέρη εκείνα, αλλά βεβαίως μήνες θα επέρασαν και αι τροφαί μας εξηντλούντο. Τότε ο πατέρας ευρήκε τον Μεσογειανόν Κρουβίδην και εσυμφώνησαν να του δώσει δέκα λίρες δια να μας περάση με το καΐκι του εις την Ελλάδα.
   Ήμεθα δέκα, παιδιά και γυναίκες, και το καΐκι του Κρουβίδη ήτο μια ελεεινή ψαρόβαρκα. Ο πατέρας τον είχε συμφωνήσει να μην πάρει άλλους. Αλλά αυτός, πλεονέκτης άνθρωπος, αφού μας παρέλαβεν από το Σφινάρι, έκαμε προσέγγισιν εις την Ακτήν και επήρε και άλλους γέρους και γυναίκες, μεταξύ των οποίων και έναν πληγωμένον εις το μάτι. Κατά τας οκτώ-εννιά είχαμε αφήσει την Κρήτην και κατά την αυγήν ευρισκόμεθα μεταξύ του ξερονήσου Ποντικού και των Αντικυθήρων. Ολίγον ακόμη και θα ήμεθα ασφαλείς. Αλλά όταν ήρχισε να διαφωτίζει, ο Κρουβίδης διέκρινε ένα πλοίον, το οποίον ήρχετο κατ’επάνω μας.
-          Χαθήκαμε, μας λέει. Είναι τούρκικο και θα μας πιάσει.
      Οι γυναίκες εξεφώνισαν και επεκαλούντο Χριστούς και Παναγίες και ο πληγωμένος που είχε επάνω του τριάντα λίρες, τις έρριξε στη θάλασσα για να μη τι πάρουν οι Τούρκοι.
-          Θέλετε να μας πιάσουν οι Τούρκοι; ηρώτησεν ο Κρουβίδης.
-          Καλλιά να μάσε φάει η μαύρη θάλασσα! απήντησε μία από τις γυναίκες.
       Και αυτή ήταν η γενική γνώμη των γυναικών.
                -      Αι, ελάτε από παέ, είπεν ο πλοίαρχος μας και ήρχισε να μας τοποθετεί εις την μίαν πλευράν της βάρκας δια να την ανατρέψει ευκολότερα.
       Από την στιγμήν εκείνην διατηρώ μίαν φρικιαστικήν ανάμνησιν της θαλάσσης όπως την είδα ν’ απλώνεται μπροστά μου μαύρη πίσσα. Αλλά δεν είχα συνείδησιν σαφή του κινδύνου και εφοβούμουν με τους φόβους των άλλων.
        Οι άνδρες όμως ημπόδισαν τον Κρουβίδην να εκτελέσει το σχέδιόν του. Ήλπιζαν, φαίνεται, εις την θείαν επέμβασιν ή εις άλλο τι απροσδόκητον. Ίσως και επροτίμων να σφαγούν παρά να πνιγούν. Εν τω μεταξύ ο μαύρος όγκος του πλοίου όλο και επλησίαζε και τώρα εφαίνετο ογκωδέστερος εις την διαφάνειαν του όρθρου. Τότε μια κόρη ερρίφθη εις την θάλασσαν δια να μη πέσει εις τα χέρια των Τούρκων, αλλά οι άνδρες την ανέσυραν.
               -       Αφού δε θέτε να βουλιάξωμε, είπεν ο Κρουβίδης, τότε να ρίξετε στη θάλασσα όσα άρματα έχετε οι άντρες, γιατί αν βρουν οι Τούρκοι άρματα στο καΐκι θα μάσε δώσουνε άσκημο θάνατο. Χωρίς άρματα θα περάσωμε για απόλεμοι και μουτήδες.
        Οι άνδρες επείσθησαν και έρριψαν όσα όπλα είχαν στη θάλασσα. Αλλά ο πλοίαρχος μας είχεν άλλον σκοπόν. Ήθελε να φύγει και εφοβείτο μήπως τον εμποδίσουν ή τον σκοτώσουν οι άνδρες. Αφού λοιπόν τους έπεισε και έρριψαν κάτι παλιοπιστόλες και μαχαίρια που είχαν στη θάλασσα, εφούσκωσε δύο τουλούμια συνδεδεμένα και μ’ αυτά έπεσε στη θάλασσα. Και έγινεν άφαντος εις το σκότος. Εμείς δε απομείναμε εις το έλεος του Θεού. Και επειδή κανείς δεν ήξερε να κρατήσει τιμόνι, το καΐκι έμεινεν ακυβέρνητον.
       Ως τόσον το πλοίον ήρχετο κατ’ επάνω μας και τώρα ηκούετο ο θόρυβος των μηχανών του. Άραγε μας είχαν ιδή ή θα έπεφτεν επάνω μας ο φοβερός εκείνος όγκος να μας κάμει θρύψαλλα; Αλλά δεν ήτο προτιμότερον αυτό παρά να μας πιάσουν οι Τούρκοι;
        Αλλά δεν ήσαν Τούρκοι. Η απελπισία μας μετεβλήθη εις χαράν απερίγραπτη όταν ακούσαμε να μας φωνάζουν από το πλοίον ελληνικά:
-          Το νου σας! … Τραβηχθείτε λιγάκι να μη σας τρακάρει το βαπόρι.
        Είχε πια φωτίσει και διεκρίναμεν ανθρώπους με κασκέτα πάνω στο πλοίον. Σε λίγο βλέπομε και μια φελούκα να ’ρχεται. Το πλοίον ήτο ρώσικον και είχεν έλθει δια να πάρει τα γυναικόπαιδα, να τα σώσει από τους Τούρκους και την πείναν. Ήτο δε τω όντι γεμάτι από γυναίκες και παιδιά.
         Μας επήραν επάνω, μας επεριποιήθησαν πολύ οι Ρώσοι και το βράδυ εφθάσαμεν εις τον Πειραιά. Την άλλη μέρα εσυργιανούσα εις την παραλίαν έκθαμβος δι’ όσα έβλεπα, όπως το προσφυγόπουλο που είδα εις το ίδιο μέρος. Και δεν ελησμόνησα ακόμη την χαράν που μού έκαμεν ένας καλός άνθρωπος, μανάβης εις την προκυμαίαν, ο οποίος μου χάρισε ένα κανάτι αιγινήτικο.
         Εις τον Πειραιά εμείναμεν ολίγον καιρόν. Όταν δε μετά έτη επανήλθα μεγάλος, δεν ευρήκα τίποτε από την εικόνα που είχε διατηρήσει η παιδική μου μνήμη και η οποία ήτον ως ανάμνησις παλαιού ονείρου μισοσβησμένη.
         Και ο Κρουβίδης θα ρωτήσετε τι απέγινε; Δύο μέρες επάλευε με τη θάλασσα το θηρίον και κατόρθωσε να φθάσει εις την Ακτήν της Κισάμου μισοπεθαμένος. Ευρήκε δε τον πατέρα και του είπεν ότι μας έπιασε ένα Τούρκικο και ότι μόνον αυτός εσώθη ως εκ θαύματος. Ο πατέρας εύρε τρόπον να γράψει στα Χανιά, αλλά εις τα Χανιά δεν εγνώριζαν τίποτε για την τύχη μας. Είχε δε τελείως απελπισθεί και εθεώρει χαμένην όλην του την οικογένειαν, ότε, μετά ένα ή δύο μήνας, επληροφορήθη ότι είχαμε διασωθεί εις τον Πειραιά και ότι εμέναμε εις τας Αθήνας.
         Ο Κρουβίδης εξηκολούθησε τα ταξίδια του μεταξύ Κρήτης και Ελλάδος. Αλλά μια φορά επήγε και δεν εγύρισε. Εχάθη με καμιά εικοσαριά άτομα που είχε πάρει στο καΐκι του από τα Ρεθεμιώτικα. Τους είχαν πιάσει Τούρκοι και τους έσφαξαν͘  αλλ’  ίσως κι επνίγηκαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου